αναίσχυντος

επίθετο

1. Που δεν αισθάνεται ντροπή ή τύψεις για συμπεριφορές που θεωρούνται ανήθικες ή απρεπείς, ενεργώντας χωρίς ντροπή.

2. Που επιδεικνύει απροκάλυπτη θρασύτητα ή ασέβεια προς κοινωνικούς κανόνες και ευαισθησίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πολιτικός είπε ένα αναίσχυντο ψέμα μπροστά στην κάμερα.
  • Η αναίσχυντη συμπεριφορά της συζητήθηκε έντονα στα μέσα ενημέρωσης.
  • Με αναίσχυντο θράσος απαίτησαν προνόμια που δεν δικαιούνταν.
  • Το αναίσχυντο φόρεμα της τράβηξε πολλά βλέμματα το βράδυ.
  • Οι αναίσχυντοι επιχειρηματίες απέφυγαν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις για χρόνια.