ερωτικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τον έρωτα ή τα ερωτικά αισθήματα και εκφράζει ρομαντική στοργή ή ερωτική έλξη.
2. Που προκαλεί ή στοχεύει στη σεξουαλική ή αισθησιακή διέγερση, χαρακτηρίζεται από αισθησιακό ύφος.
Συνώνυμα
αισθησιακός σεξουαλικός σέξι λαγνός καυτός ερωτογενής ερωτιάρικος παθιασμένος προκλητικός ερεθιστικός πικάντικος σκανδαλώδης φλογερός γοητευτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ερωτικό μυθιστόρημα είχε έντονες περιγραφές.
- Έστειλε ένα ερωτικό μήνυμα στη σύντροφό του πριν από το ραντεβού.
- Η ερωτική σχέση τους κράτησε πολλά χρόνια.
- Η μουσική δημιούργησε μια ερωτική ατμόσφαιρα στο δείπνο.
- Τα ερωτικά ένστικτα του χαρακτήρα επηρεάζουν τις αποφάσεις του.