εσωστρεφής
επίθετο1. Που στρέφει το ενδιαφέρον, την προσοχή και την ενέργεια προς το εσωτερικό, προτιμώντας την αυτοπαρατήρηση, τον στοχασμό και ατομικές δραστηριότητες, και δείχνει διακριτικότητα στις κοινωνικές επαφές.
Συνώνυμα
ενδοστρεφής κλειστός αποσυρμένος αποτραβηγμένος απομονωμένος επιφυλακτικός συνεσταλμένος ντροπαλός στοχαστικός σιωπηλός συγκρατημένος μοναχικός σπιτόγατος εσωτερικός αμίλητος μυστικοπαθής συλλογισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι εσωστρεφής και προτιμά να διαβάζει στο σπίτι.
- Η Μαρία φαίνεται εσωστρεφής, αλλά όταν ανοίγεται γίνεται πολύ ομιλητική.
- Η εταιρεία ακολούθησε μια εσωστρεφής προσέγγιση, επικεντρώνοντας πόρους στην εσωτερική ανάπτυξη.
- Ο εσωστρεφής απέφυγε τα φώτα της δημοσιότητας μετά την επιτυχία του.
- Η ποιητική συλλογή είναι εσωστρεφής και εξερευνά τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού.