άμεσος

επίθετο

1. Που συμβαίνει ή εκτελείται χωρίς καθυστέρηση ή αναβολή.

2. Που γίνεται χωρίς μεσολάβηση άλλου προσώπου, μέσου ή ενδιάμεσου στοιχείου.

3. Που βρίσκεται πολύ κοντά σε χώρο ή χρόνο, χωρίς ενδιάμεσο διάστημα ή απόσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζεται άμεση ιατρική βοήθεια.
  • Ο άμεσος προϊστάμενός μου μου έδωσε οδηγίες.
  • Θέλω άμεση επικοινωνία με τον υπεύθυνο, χωρίς μεσάζοντες.
  • Απάντησε άμεσα στο μήνυμα που έστειλα.
  • Η αύξηση των επιτοκίων είχε άμεση επίπτωση στις τιμές των κατοικιών.