οικονομικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την οικονομία ή τα οικονομικά ενός κράτους, οργανισμού ή προσώπου.

2. Που απαιτεί ή προκαλεί μικρό κόστος, περιορίζοντας τις δαπάνες.

3. Που χαρακτηρίζεται από αποτελεσματική χρήση πόρων και αποφυγή σπατάλης.

Συνώνυμα

φθηνός φτηνός προσιτός λιτός εξοικονομικός δημοσιονομικός χρηματοοικονομικός φειδωλός σπαρτιατικός συμφέρων αποδοτικός χρηματοδοτικός εμπορικός τσάμπα συγκρατημένος οικονομιοκρατικός οικονομοποιητικός βιώσιμος πρακτικός

Αντώνυμα

ακριβός δαπανηρός πολυδάπανος πολυέξοδος σπάταλος σπαταλημένος ασύμφορος ζημιογόνος άσωτος ακριβοπληρωμένος απαγορευτικό δυσβάσταχτος πολυτελής τσιμπημένος ανειλεής πλουσιοπάροχος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικονομική κρίση επηρέασε πολλά νοικοκυριά.
  • Επέλεξε μια οικονομική λύση για το ταξίδι.
  • Το καινούριο αυτοκίνητο είναι πολύ οικονομικό στην κατανάλωση.
  • Ο οικονομικός διευθυντής παρουσίασε τον προϋπολογισμό.
  • Τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης ανακοινώθηκαν χθες.