αξιοπρεπής

επίθετο

Που διατηρεί ή εκδηλώνει σταθερή αίσθηση αυτοσεβασμού και διακριτική, συνετή συμπεριφορά, με κατάλληλη εμφάνιση, στάση ή συνθήκες που προστατεύουν την προσωπική αξιοπρέπεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι αξιοπρεπής άνθρωπος και ποτέ δεν προσβάλλει τους άλλους.
  • Η γιαγιά παρέμεινε αξιοπρεπής μέχρι το τέλος.
  • Το εστιατόριο σερβίρει αξιοπρεπές φαγητό σε καλές τιμές.
  • Οι εργαζόμενοι αξίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.
  • Με ένα σταθερό μισθό μπορείς να ζεις μια αξιοπρεπή ζωή.