φλυαρία
ουσιαστικό1. Υπερβολική ή παρατεταμένη ομιλία, συνήθως με πολλές λέξεις και ελάχιστο ουσιαστικό περιεχόμενο.
2. Συνήθεια ή τάση να μιλά κανείς πολύ και χωρίς οικονομία λόγων, με αποτέλεσμα τη διάσπαση της προσοχής ή της σοβαρότητας της συζήτησης.
Συνώνυμα
πολυλογία κουβεντολογία μπουρδολογία παπαρολογία αερολογία λαλίτσα μπούρδα κουβέντα ασυναρτησία λαλιές κοτσανιά κοτσάνες προφορικότητα κουβεντούλα
Αντώνυμα
σιωπή σιγή λακωνικότητα συντομία εγκράτεια συγκράτηση επιγραμματικότητα επιχειρηματολογία μούγκα λιτότητα μούγγα μουγκαμάρα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φλυαρία της συναδέλφου με κουράζει όταν προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε.
- Μην ασχολείσαι με τη φλυαρία· πες μου τι θέλεις πραγματικά.
- Η φλυαρία στην επιτροπή καθυστέρησε την απόφαση για ώρες.
- Τον απέβαλαν επειδή η φλυαρία του αποκάλυπτε εμπιστευτικές πληροφορίες.
- Στο δοκίμιό της απέφυγε τη φλυαρία και κράτησε το ύφος σύντομο και σαφές.