λιτότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή χαρακτηριστικό που εκδηλώνεται με απλότητα και αποφυγή πολυτέλειας ή περιττού στολισμού στη διακόσμηση, την ένδυση ή τον τρόπο ζωής.
Συνώνυμα
φειδωλία φειδώ οικονομία οικονομικότητα απλότητα εγκράτεια συγκράτηση αυστηρότητα σεμνότητα στέρηση φτώχεια μινιμαλισμός αυτοσυγκράτηση σπαρτιατικότητα κομψότητα πενιχρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λιτότητα στα δημόσια οικονομικά οδήγησε σε περικοπές μισθών και συντάξεων.
- Υιοθέτησαν τη λιτότητα στο νοικοκυριό για να εξοικονομήσουν χρήματα.
- Διακρινόταν για τη λιτότητα του βίου του, αποφεύγοντας κάθε περιττή πολυτέλεια.
- Η λιτότητα της διακόσμησης τόνιζε τα καθαρά γεωμετρικά σχήματα του χώρου.
- Η λιτότητα των λόγων της έκανε κάθε πρόταση πιο ισχυρή και περιεκτική.