σεμνότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή στάση που εκφράζεται με σεμνή και μετρημένη συμπεριφορά, λόγο και εμφάνιση, διατηρώντας την αξιοπρέπεια και αποφεύγοντας την επίδειξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αλαζονεία έπαρση υπερηφάνεια αυτοπροβολή επιδειξιμανία φανταχτερότητα προκλητικότητα υπεροψία θράσος χυδαιότητα ύβρις επίδειξη σόου φιέστα ακολασία αναίδεια αυθάδεια ερωτισμός μαγκιά μεγαλοπρέπεια ασέλγεια θρασύτητα εγωισμός ανηθικότητα ασέβεια ασυδοσία αγένεια νεύρο απρέπεια γελοιότητα διαστροφή ξεφάντωμα βωμολοχία υπερβολή πείραγμα σκάνδαλο τσίρκο βλασφημία παρρησία
Παραδείγματα χρήσης
- Η σεμνότητα του χαρακτήρα του τον έκανε αγαπητό σε όλους.
- Τη σεμνότητα της ενδυμασίας της επαίνεσαν οι παρευρισκόμενοι.
- Η σεμνότητα της τελετής αντανακλούσε τον σεβασμό όλων προς τους τιμώμενους.
- Η σεμνότητα του διακοσμητικού στυλ τόνιζε την κομψότητα του χώρου χωρίς υπερβολές.
- Εκτίμησα τη σεμνότητα του λόγου του παρά τα σπουδαία του επιτεύγματα.