μετριοφροσύνη

ουσιαστικό

Ιδιότητα ή στάση του ατόμου που εκδηλώνεται με μετρημένη εκτίμηση των ικανοτήτων και της αξίας του, αποφυγή αυτοπροβολής και υπερβολικής έπαρσης, σεβασμός προς τους άλλους και έτοιμη αναγνώριση των ορίων και λαθών του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μετριοφροσύνη του καθηγητή έκανε τους μαθητές να τον εκτιμούν.
  • Παρά την επιτυχία, κράτησε την μετριοφροσύνη και δεν υπερηφανεύτηκε.
  • Στη συζήτηση, η μετριοφροσύνη και η ευγένεια βοήθησαν να λυθεί η διαφορά.
  • Η μετριοφροσύνη είναι αρετή που εκτιμάται σε κάθε πολιτισμό.
  • Έδειξε μετριοφροσύνη όταν της πρόσφεραν τα εύσημα, αποδίδοντας την επιτυχία στην ομάδα.