προκλητικότητα
ουσιαστικόΗ ιδιότητα ή τάση συμπεριφοράς που σκοπεύει ή έχει ως αποτέλεσμα να ερεθίζει, να προκαλεί αντιδράσεις ή να αμφισβητεί τα κοινωνικά ή προσωπικά όρια.
Συνώνυμα
πρόκληση θρασύτητα θράσος αυθάδεια αναιδεια τσαμπουκάς αναίδεια ασεμνότητα χυδαιότητα προσβολή επιθετικότητα σκανδαλισμός ύβρις απρέπεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προκλητικότητα του σχολίου προκάλεσε έντονη αντίδραση.
- Οι πολιτικές της εταιρείας χαρακτηρίστηκαν από προκλητικότητα και αλαζονεία.
- Η προκλητικότητα των εικόνων στη διαφήμιση προκάλεσε δημόσιες διαμαρτυρίες.
- Στη σύγχρονη τέχνη, η προκλητικότητα πολλές φορές λειτουργεί ως μέσο προβληματισμού.
- Οι στρατιωτικές ασκήσεις ερμηνεύτηκαν ως προκλητικότητα απέναντι στη γειτονική χώρα.