διακριτικότητα
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικό ή ιδιότητα του ατόμου ή της συμπεριφοράς που εκδηλώνεται ως συγκράτηση στις εκφράσεις και στις πράξεις, με σκοπό να μην προκαλεί αμηχανία, προσβολή ή περιττό ενδιαφέρον σε άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αδιακρισία επίδειξη φιέστα θρασύτητα παρρησία αναίδεια αγένεια προκλητικότητα ασυγκράτηση σκηνή παρενόχληση συνέντευξη σόου αλαζονεία ατόπημα αυθάδεια μαγκιά απροσεξία φανερότητα αποκάλυψη
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής έδειξε διακριτικότητα όταν ανακοίνωσε την απόφαση.
- Η διακριτικότητα του γιατρού απέτρεψε τη δημοσιοποίηση των ιατρικών αρχείων.
- Η διακριτικότητα στο ντύσιμό της έκανε καλή εντύπωση στους συναδέλφους.
- Ζητήσαμε διακριτικότητα από τους συνεργάτες μας σχετικά με το νέο έργο.
- Η διακριτικότητα των λέξεών του απέτρεψε μια σοβαρή παρεξήγηση.