ντροπαλότητα

ουσιαστικό

Εσωτερική διάθεση ή χαρακτηριστικό που εκδηλώνεται ως επιφύλαξη, αμηχανία ή ντροπή σε κοινωνικές περιστάσεις, με αποτέλεσμα αποφυγή της προσοχής, περιορισμένη λεκτική και σωματική έκφραση και διστακτικότητα στην επικοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ντροπαλότητα του παιδιού το εμπόδισε να μιλήσει στην τάξη.
  • Όταν του έκαναν κομπλιμέντο, η ντροπαλότητά του φάνηκε αμέσως.
  • Από ντροπαλότητα δεν απάντησε στο τηλέφωνο.
  • Η ντροπαλότητα της φωνής της συγκίνησε τους ακροατές.
  • Παρά την ντροπαλότητά του, ανέβηκε στη σκηνή και τραγούδησε.