μυστικοπάθεια

ουσιαστικό

Ιδιότητα ή τάση ενός ατόμου ή φορέα να διατηρεί πληροφορίες, σκέψεις ή προθέσεις κρυφές, να αποφεύγει την άμεση αποκάλυψη και να παρουσιάζει συγκρατημένη, επιφυλακτική επικοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μυστικοπάθεια του συναδέλφου έκανε δύσκολη την ομαδική συνεργασία.
  • Η μυστικοπάθεια στη διοίκηση προκάλεσε φήμες μεταξύ των υπαλλήλων.
  • Το βιβλίο διαπνέεται από μυστικοπάθεια που καθηλώνει τον αναγνώστη.
  • Οι πολίτες ανησυχούν μήπως η μυστικοπάθεια κρύβει προβλήματα ασφάλειας.
  • Η μυστικοπάθεια στις σχέσεις δημιουργεί αποστάσεις και παρερμηνείες.