αλαζονεία

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα άτομο τρέφει υπερβολική εκτίμηση για τον εαυτό του και θεωρείται ανώτερο των άλλων, εκδηλώνοντας έπαρση και περιφρόνηση.

Συνώνυμα

υπεροψία έπαρση ύβρις αυταρέσκεια υπερηφάνεια εγωισμός ναρκισσισμός κομπασμός ξιπασιά μεγαλομανία θράσος αναίδεια αυθάδεια θρασύτητα μεγαλοπρέπεια ξερολίαση καύχημα αέρας μαγκιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον πρόδωσε η αλαζονεία του όταν αρνήθηκε να ζητήσει βοήθεια.
  • Η αλαζονεία της εξουσίας τον έκανε να καταπατά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
  • Μετά από χρόνια επιτυχιών, η αλαζονεία του τον αποξένωσε από τους συναδέλφους.
  • Στον διάλογο φάνηκε ξεκάθαρα η αλαζονεία του, που τον έκανε να αγνοεί άλλες γνώμες.
  • Η αλαζονεία του δημιουργού οδήγησε στην αποτυχία του έργου.