σύνεση
ουσιαστικό1. Ικανότητα ή ιδιότητα του να σκέφτεται και να κρίνει κάποιος με λογική και μετριοπάθεια, αξιολογώντας τις συνέπειες πριν από οποιαδήποτε ενέργεια και αποφεύγοντας τον παρορμητισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σύνεση του γονέα απέτρεψε λάθη στην ανατροφή.
- Με σύνεση αποφάσισε να μην επενδύσει τα χρήματά του.
- Έδειξε σύνεση όταν απάντησε στις προσβολές.
- Η σύνεση επιβάλλει να σκεφτούμε τις συνέπειες πριν μιλήσουμε.
- Η σύνεση και η υπομονή φέρνουν καλύτερα αποτελέσματα.