αυτοκυριαρχία
ουσιαστικόΙκανότητα εσωτερικού ελέγχου κατά την οποία ένα άτομο ρυθμίζει τις παρορμήσεις, συγκρατεί τα συναισθήματά του και ενεργεί με συγκροτημένο και συνετό τρόπο.
Συνώνυμα
αυτοέλεγχος αυτοπειθαρχία αυτοσυγκράτηση αυτοδιάθεση πειθαρχία συγκράτηση εγκράτεια ψυχραιμία αυτοπεριορισμός νηφαλιότητα ηρεμία αποφασιστικότητα αντοχή ελευθερία ανεξαρτησία
Αντώνυμα
παρορμητικότητα απερισκεψία ασυγκράτηση εκρηκτικότητα αυθορμητισμός ανυπομονησία νευρικότητα επιπολαιότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυτοκυριαρχία είναι απαραίτητη για τη διαχείριση των επιθυμιών και των παρορμήσεων.
- Οι κάτοικοι αγωνίστηκαν για την αυτοκυριαρχία του νησιού.
- Η εταιρεία ζητούσε μεγαλύτερη αυτοκυριαρχία στον τρόπο λειτουργίας της θυγατρικής.
- Χάρη στην αυτοκυριαρχία της απέφυγε να απαντήσει με οργή.
- Στη φιλοσοφία, η αυτοκυριαρχία θεωρείται αρετή που συνδέεται με τη λογική και την πειθαρχία.