σκάσιμο
ουσιαστικό1. Δράση ή αποτέλεσμα του να σκάει κάτι· ρήξη ή διάσπαση της επιφάνειας ή του περιβλήματος με πιθανή απελευθέρωση του περιεχομένου.
Συνώνυμα
σπάσιμο έκρηξη ρήξη κρότος ξεσπάσμα ξεκαρδισμός ξεσκίσιμο εκτόνωση εκνευρισμός ανατίναξη μπουμ μπαμ ρωγμή θυμός αγανάκτηση εκλάμψη πυροδότηση φυγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σκάσιμο του μπαλονιού μας τρόμαξε όλους.
- Άκουσα ένα δυνατό σκάσιμο από το λάστιχο του αυτοκινήτου.
- Το σκάσιμο του τοίχου δείχνει ότι υπάρχει υγρασία.
- Δεν αντέχω άλλο το σκάσιμο του κεφαλιού μου από τον πονοκέφαλο.
- Το σκάσιμο των κυμάτων στα βράχια ακουγόταν από μακριά.