θρασύτητα
άλλοΤρόπος συμπεριφοράς που εκδηλώνεται με υπερβολική τόλμη, απουσία σεβασμού προς τους άλλους ή τους κανόνες, και συχνά με προκλητική στάση.
Συνώνυμα
θράσος αυθάδεια αναίδεια αναισχυντία αδιαντροπιά προκλητικότητα αλαζονεία έπαρση αγένεια ασέβεια απρέπεια ατρόμησία τσαμπουκάς τόλμη τολμηρότητα θάρρος κότσια γενναιότητα επιθετικότητα παρρησία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θρασύτητα του μαθητή να απαντήσει έτσι στον καθηγητή μάς εξέπληξε.
- Με μεγάλη θρασύτητα ζήτησε να αγνοήσουν το λάθος του.
- Δεν μπορώ να ανεχτώ τη θρασύτητα με την οποία μιλά στους άλλους.
- Η θρασύτητα στην έκφρασή του έγινε αμέσως αντιληπτή.
- Η απίστευτη θρασύτητα της πράξης του προκάλεσε αντιδράσεις.