μπάζο

ουσιαστικό

1. Συσσωρευμένα κομμάτια υλικών (πέτρες, χώμα, θραύσματα τούβλων, κονιάματος κ.λπ.) που προκύπτουν από κατεδαφίσεις, εκσκαφές ή οικοδομικές εργασίες.

Συνώνυμα

άχρηστο σκάρτο ελαττωματικό χαζός ανόητος μπάζα σκουπίδι σκατά χάλια σαπάκι παλιοσίδερο σπασμένο άχρημο άχρηστος κακοφτιαγμένος κουρέλι ανεπίκαιρο κατώτερος

Αντώνυμα

χρήσιμο αξιόπιστο ποιοτικό καλό λειτουργικό έξυπνος ικανός γαμάτος άριστο αποτελεσματικό πολύτιμο σοβαρός

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μπάζο από την κατεδάφιση έχει γεμίσει όλο το οικόπεδο.
  • Μην τον πάρεις στην ομάδα, είναι μπάζο στη δουλειά.
  • Το καινούργιο αυτοκίνητο αποδείχτηκε μπάζο, χαλούσε συνέχεια.
  • Τον αποκάλεσαν μπάζο στη συζήτηση επειδή δεν είχε επιχειρήματα.
  • Στην κουζίνα είναι μπάζο, ακόμα και το νερό καίει.