επαγγελματικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με επάγγελμα, εργασία ή επαγγελματική δραστηριότητα.
2. Που εκτελείται με δεξιότητα, επιμέλεια και σύμφωνα με τα επαγγελματικά πρότυπα.
3. Που αποσκοπεί στην παροχή υπηρεσιών ή προϊόντων έναντι αμοιβής ή έχει εμπορικό χαρακτήρα.
Συνώνυμα
επαγγελματίας εξειδικευμένος ειδικός καταρτισμένος ειδικευμένος έμπειρος τεχνικός τεχνίτης μάστορας επαγγελματίστικος επιδέξιος ικανός σοβαρός άψογος προσηλωμένος επαγγελματοποιημένος προοδευμένος
Αντώνυμα
ερασιτεχνικός ανεπαγγελματικός προσωπικός αυτοσχέδιος οικιακός ερασιτεχνιστικός αντιεπαγγελματικός άπειρος ακατάρτιστος ανειδίκευτος ανίκανος πρόχειρος αδέξιος ασόβαρος σχολικός
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι επαγγελματικός μουσικός και παίζει σε διάφορες ορχήστρες.
- Η ομάδα έδωσε μια επαγγελματική παρουσίαση χωρίς λάθη.
- Χρειάζομαι επαγγελματικό εξοπλισμό για το στούντιο ηχογράφησης.
- Το κατάστημα προσφέρει επαγγελματικές συμβουλές και υπηρεσίες μετά την αγορά.
- Το τουρνουά είναι μόνο για επαγγελματικούς αθλητές.