σπουδαίος

επίθετο

1. Που έχει μεγάλη αξία, επιρροή ή βαρύτητα σε ένα πλαίσιο, γεγονός ή για κάποιον.

2. Που ξεχωρίζει λόγω των επιτευγμάτων, των ικανοτήτων ή του ήθους του και προκαλεί σεβασμό ή θαυμασμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σπουδαίος επιστήμονας ανακάλυψε μία νέα θεραπεία.
  • Η σπουδαία ανακάλυψη άλλαξε την πορεία της ιατρικής.
  • Έκανε σπουδαία δουλειά στην παρουσίαση και εντυπωσίασε όλους.
  • Οι σπουδαίοι καλλιτέχνες της πόλης συγκεντρώθηκαν στο φεστιβάλ.
  • Μην το παραβλέπεις — αυτό είναι σπουδαίο για το μέλλον της εταιρείας.