χαζός

επίθετο

1. Που έχει περιορισμένη ικανότητα στην κατανόηση ή στην επεξεργασία πληροφοριών, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει λανθασμένη κρίση ή δυσκολία στην επίλυση προβλημάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ήταν χαζός και το παραδέχτηκε.
  • Ο φίλος μου ήταν χαζός που έδωσε τα λεφτά σε άγνωστους.
  • Μην είσαι χαζός, Νίκο — πες την αλήθεια.
  • Ο σχολιασμός του ήταν χαζός και άσκοπος.
  • Ο εργαζόμενος ένιωσε χαζός μετά το λάθος του.