παλαβός
επίθετο1. Που έχει διαταραγμένη ή ανώμαλη λογική και συμπεριφορά, ενεργεί με παρορμητικότητα ή απρόβλεπτο τρόπο.
2. Που φαίνεται ασυνήθιστα εκκεντρικός ή ακραίος στις αντιδράσεις και τις επιλογές του.
Συνώνυμα
τρελός τρελαμένος παράφρων σαλταρισμένος παλαβιασμένος καραπαλαβός μανιακός παλαβιάρης τρελοκέφαλος παλαβοκέφαλος ανισόρροπος παρανοϊκός έξαλλος μαλάκας πειραγμένος εκκεντρικός αλλοπρόσαλλος χαζός ανόητος μωρός αλλόκοτος βλάκας ηλίθιος ιδιόμορφος ιδιώτης περίεργος παράξενος παράλογος υστερικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος έγινε παλαβός από τη χαρά.
- Μην είσαι παλαβή, όλα λύνονται.
- Το σχέδιο ήταν τόσο παλαβό που τελικά πέτυχε.
- Τους είδα να τρέχουν σαν παλαβοί όταν ήρθε το συγκρότημα.
- Μου φαίνονται παλαβές αυτές οι απαιτήσεις του εργοδότη.
- Μια φορά μιλούσε σαν παλαβός και δεν καταλάβαινε κανείς.