παλαβός

επίθετο

1. Που έχει διαταραγμένη ή ανώμαλη λογική και συμπεριφορά, ενεργεί με παρορμητικότητα ή απρόβλεπτο τρόπο.

2. Που φαίνεται ασυνήθιστα εκκεντρικός ή ακραίος στις αντιδράσεις και τις επιλογές του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος έγινε παλαβός από τη χαρά.
  • Μην είσαι παλαβή, όλα λύνονται.
  • Το σχέδιο ήταν τόσο παλαβό που τελικά πέτυχε.
  • Τους είδα να τρέχουν σαν παλαβοί όταν ήρθε το συγκρότημα.
  • Μου φαίνονται παλαβές αυτές οι απαιτήσεις του εργοδότη.
  • Μια φορά μιλούσε σαν παλαβός και δεν καταλάβαινε κανείς.