λογικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τη λογική ή τον νου και εκφράζει ικανότητα συλλογιστικής και αιτιολόγησης.

2. Που είναι συνεπές και συνάδει με αρχές ορθής σκέψης, χωρίς αντιφάσεις στις συλλογιστικές διεργασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λογική απόφαση έσωσε χρόνο και πόρους.
  • Είναι λογικός άνθρωπος και σπάνια χάνει την ψυχραιμία του.
  • Το συμπέρασμα ήταν λογικό και αναμενόμενο.
  • Στο μάθημα της φιλοσοφίας μελετήσαμε τη λογική.
  • Μπορείς να το εξηγήσεις λογικά;
  • Οι λογικοί συλλογισμοί συνέβαλαν στην επίλυση του προβλήματος.