παράφρων

επίθετο

1. Που παρουσιάζει σοβαρή ή πλήρη απώλεια λογικής κρίσης εξαιτίας ψυχικής νόσου ή διαταραχής, εμφανίζοντας συμπεριφορές και σκέψεις που αποκλίνουν από την πραγματικότητα.

Συνώνυμα

τρελός τρελαμένος παραφρονεμένος παλαβός παλαβωμένος παλαβιάρης μανιακός μανιασμένος παρανοϊκός ψυχωτικός σχιζοφρενής παραληρητικός παραληρηματικός καμμένος τρελούλης ανισόρροπος διαταραγμένος εξωφρενικός παράλογος αποβλακωμένος μωρός ηλίθιος ανόητος ιδιόρρυθμος εκκεντρικός μπερδεμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παράφρων ασθενής νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο.
  • Φαινόταν παράφρων από τη θλίψη του.
  • Μπήκε παράφρων στο δωμάτιο, φωνάζοντας και σπάζοντας έπιπλα.
  • Είναι παράφρων με την ποδηλασία· προπονείται κάθε μέρα.
  • Ήταν παράφρων από χαρά όταν έμαθε τα νέα.