παιδικός

επίθετο

1. Που αφορά ή σχετίζεται με τα παιδιά, τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα ή τις δραστηριότητές τους.

2. Που προορίζεται ή είναι κατάλληλο για χρήση από παιδιά, ιδίως στην προσχολική ηλικία ή για τη φροντίδα και εκπαίδευση νηπίων.

Συνώνυμα

νηπιακός βρεφικός παιδαριώδης παιδιώδης ανώριμος παιδαγωγικός παιδοκεντρικός αφελής αθώος απλοϊκός παιχνιδιάρικος παραμυθένιος νεανικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παιδικός σταθμός ανοίγει στις επτά το πρωί.
  • Το παιδικό βιβλίο έχει όμορφες εικόνες και απλό κείμενο.
  • Η αντίδρασή του ήταν παιδική, όχι σοβαρή.
  • Η παιδική ηλικία αφήνει έντονες αναμνήσεις.
  • Τα παιδικά τραγούδια έφεραν χαμόγελα στο κοινό.