σοβαροφανής

άλλο

Που εμφανίζει υπερβολική ή επιτηδευμένη σοβαρότητα, δίνοντας την εντύπωση σπουδαιοφάνειας ή αυστηρότητας πέρα από το πραγματικό.

Συνώνυμα

επιτηδευμένος ψευτοσοβαρός επίδεικτικός πομπώδης σνομπ φανφαρόνας σοβαροπρεπής αλαζονικός υπεροπτικός μεγαλοπρεπής κομπορρημονικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνάδελφος μίλησε με τόσο σοβαροφανής ύφος που κανείς δεν ήξερε αν αστειευόταν.
  • Δεν μου αρέσουν οι σοβαροφανής άνθρωποι που θέλουν πάντα να φαίνονται πιο σημαντικοί απ’ όσο είναι.
  • Η παρουσίασή του ήταν γεμάτη σοβαροφανής εκφράσεις και καθόλου αυθορμητισμό.
  • Προσπάθησε να κάνει τον σοβαροφανής μπροστά στην παρέα, αλλά τελικά γέλασε πρώτος.
  • Η σοβαροφανής στάση της φαινόταν επιτηδευμένη και λίγο αμήχανη.