ιδιόρρυθμος
άλλοΠου ξεχωρίζει από το συνηθισμένο στον τρόπο σκέψης, στη συμπεριφορά ή στην εμφάνιση, με ιδιαιτερότητες που τον κάνουν να φαίνεται ασυνήθιστος.
Συνώνυμα
εκκεντρικός ιδιότυπος αλλοπρόσαλλος ιδιότροπος παράξενος αλλόκοτος περίεργος ανορθόδοξος ιδιοσυγκρασιακός ιδιαίτερος παρεκκλίνων ασυνήθιστος αντισυμβατικός ασυνήθης ιδιόμορφος παράδοξος πρωτότυπος αυθαίρετος αφύσικος παράφρων
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γείτονας είναι ιδιόρρυθμος, αλλά πάντα πρόθυμος να βοηθήσει.
- Η καθηγήτριά μας έχει μια ιδιόρρυθμη μέθοδο διδασκαλίας που ωστόσο αποδίδει.
- Το παλιό κτίριο έχει μια ιδιόρρυθμη σκάλα που δυσκολεύει την πρόσβαση.
- Οι ιδιόρρυθμοι όροι του συμβολαίου ανάγκασαν πολλούς να το απορρίψουν.
- Τον τελευταίο καιρό παρατηρούνται ιδιόρρυθμα μηνύματα στο σύστημα, πιθανώς λόγω σφάλματος.