διασκεδαστικός
επίθετοΠου προκαλεί ευχαρίστηση ή γέλιο και διατηρεί το ενδιαφέρον, κάνοντας μια δραστηριότητα ή κατάσταση ευχάριστη.
Συνώνυμα
ψυχαγωγικός αστείος χιουμοριστικός ευχάριστος απολαυστικός κεφάτος ευτραπελής κωμικός συναρπαστικός παιχνιδιάρικος ξέγνοιαστος χαριτωμένος κουλ τρελός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι διασκεδαστικός.
- Η Μαρία είναι διασκεδαστική.
- Το πάρτι χθες ήταν πολύ διασκεδαστικό.
- Τα παιχνίδια στην πλατεία είναι διασκεδαστικά για τα παιδιά.
- Οι συνάδελφοί μου αποδείχτηκαν ιδιαίτερα διασκεδαστικοί στο ταξίδι.