μωρός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει έλλειψη λογικής κρίσης ή ικανότητας ορθής σκέψης, εκδηλώνοντας αδικαιολόγητες ή ασυνάρτητες συμπεριφορές.

2. Που χαρακτηρίζεται από απλοϊκή ή αφελή αντίληψη, συχνά λόγω έλλειψης εμπειρίας ή ωριμότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μωρό κοιμάται ήσυχα στην κούνια.
  • Μην είσαι μωρός — σκέψου τις συνέπειες πριν αποφασίσεις.
  • Την κορόιδευαν και τη θεωρούσαν μωρή εξαιτίας της αφέλειάς της.
  • Οι μωροί δεν κατάλαβαν την πονηριά του.
  • Στο κείμενο του ποιητή εμφανίζεται ο μωρός ως σύμβολο της απλότητας.