έγκυρος
επίθετο1. Που έχει νομική ή επίσημη ισχύ και θεωρείται αποδεκτό ως στοιχείο ή απόδειξη.
2. Που βασίζεται σε σωστή μεθοδολογία ή επαρκή δεδομένα και επιτρέπει να συναχθούν ορθά συμπεράσματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο έγκυρος δημοσιογράφος αποκάλυψε την αλήθεια.
- Η έγκυρη πηγή επιβεβαίωσε τα στοιχεία.
- Το εισιτήριο δεν είναι έγκυρο, γι' αυτό δεν σε αφήνουν να περάσεις.
- Οι έγκυροι ειδικοί συνέστησαν θεραπεία.
- Χρειαζόμαστε έγκυρα στοιχεία πριν πάρουμε αποφάσεις.