μυαλωμένος
επίθετο1. Που διαθέτει λογική και καλή κρίση στη σκέψη και στις αποφάσεις.
2. Που συμπεριφέρεται με ωριμότητα, αυτοσυγκράτηση και υπευθυνότητα.
3. Που έχει πρακτικό νου και ικανότητα να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά προβλήματα της καθημερινότητας.
Συνώνυμα
συνετός φρόνιμος λογικός υπεύθυνος ώριμος πρακτικός έξυπνος σοβαρός ορθολογικός ψύχραιμος σοφός προνοητικός προσεκτικός ευσυνείδητος συνειδητοποιημένος ξύπνιος
Αντώνυμα
ανεύθυνος ανόητος ηλίθιος χαζός βλάκας αλόγιστος ανώριμος παρορμητικός παράλογος παλαβός απρόσεκτος αφελής ανίδεος αφηρημένος αφρόντιστος μπερδεμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μυαλωμένος φίλος μου απέφυγε το ρίσκο και φρόντισε τα οικονομικά του.
- Να είσαι μυαλωμένος και μην απαντάς σε προσβλητικά μηνύματα.
- Ένας μυαλωμένος γονιός βάζει όρια αλλά και εξηγεί με ηρεμία.
- Φαίνεται μυαλωμένος· ξέρει πότε να διαπραγματευτεί και πότε να υποχωρήσει.
- Στις δύσκολες στιγμές έδειξε πόσο μυαλωμένος είναι και βρήκε λύσεις.