κλόουν
ουσιαστικό1. Επαγγελματίας ή θεατρικός διασκεδαστής που, συχνά φορώντας χαρακτηριστικό μακιγιάζ, κοστούμι και αξεσουάρ, εκτελεί κωμικά νούμερα, ακροβατικά ή σκετσάκια για να προκαλέσει γέλιο και ψυχαγωγία στο κοινό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κλόουν του τσίρκου έκανε ακροβατικά και καρικατούρες για το κοινό.
- Η κλόουν ψυχαγώγησε τα παιδιά στο πάρτι γενεθλίων με μπαλόνια και παιχνίδια.
- Τον αποκάλεσαν κλόουν επειδή φερόταν επιπόλαια στη συζήτηση.
- Φόρεσε στολή κλόουν για το καρναβάλι και έβαψε το πρόσωπό του πολύχρωμα.
- Οι κλόουν της παρέλασης μοίραζαν γλυκίσματα και έκαναν τα παιδιά να γελούν.