εξυπνάκιας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που προσπαθεί να δείξει εξυπνάδα με επιδεικτικό ή ειρωνικό τρόπο, συχνά πειράζοντας ή προσβάλλοντας τους άλλους.
2. Πρόσωπο που απαντά γρήγορα και ευφυώς με σκοπό το χιούμορ ή την εντύπωση, χρησιμοποιώντας ευφυολογήματα ή σαρκαστικά σχόλια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου είναι εξυπνάκιας, πάντα βρίσκει έξυπνες λύσεις.
- Μην είσαι εξυπνάκιας, εξήγησέ το χωρίς ειρωνείες.
- Το παιδί ήταν εξυπνάκιας όταν απάντησε με χιούμορ και έκανε όλους να γελάσουν.
- Στη συνάντηση φάνηκε εξυπνάκιας, σχολιάζοντας κάθε απόφαση με υπεροψία.
- Τι εξυπνάκιας που νομίζει πως ξέρει τα πάντα!