κεφάτος

επίθετο

1. Που εκδηλώνει έντονη διάθεση για χαρά και ζωντάνια, εμφανίζοντας ενθουσιασμό και ζωηρή συμπεριφορά.

2. Που χαρακτηρίζει ή δημιουργεί χαρούμενη και ενεργητική ατμόσφαιρα (για άτομο, παρέα, μουσική κ.λπ.).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κεφάτος Γιάννης τραγουδούσε στο δρόμο.
  • Η κεφάτη παρέα γέμισε το μαγαζί με γέλια.
  • Οι κεφάτοι φίλοι χόρευαν μέχρι το ξημέρωμα.
  • Το τραγούδι ήταν πολύ κεφάτο κι όλοι σηκώθηκαν να χορέψουν.
  • Μετά από λίγα ποτήρια, έγινε κεφάτος και άρχισε να διηγείται ανέκδοτα.