ευυπόληπτος
επίθετοΠου απολαμβάνει καλή υπόληψη στην κοινωνία λόγω ηθικής συμπεριφοράς, αξιοπιστίας και σεβαστής κοινωνικής στάσης.
Συνώνυμα
αξιοσέβαστος σεβαστός έγκριτος εκτιμητός αξιόπιστος έντιμος τίμιος αξιοπρεπής διαπρεπής διακεκριμένος επιφανής άξιος σοβαρός σεβάσμιος ονομαστός φημισμένος σεμνός
Αντώνυμα
κακόφημος δυσφημισμένος ανυπόληπτος αλήτης αξιολύπητος αναξιόπιστος απαξιωμένος καταφρονημένος ύποπτος ατιμασμένος άτιμος ελεεινός ντροπιασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής είναι ένας ευυπόληπτος πολίτης στην κοινότητα.
- Η εταιρεία θεωρείται ευυπόληπτη στον κλάδο της.
- Οι γείτονές του είναι ευυπόληπτοι και πάντα βοηθούν τη γειτονιά.
- Αποφάσισαν να συνεργαστούν με ένα ευυπόληπτο πρακτορείο ταξιδιών.
- Η επιτροπή απέφυγε να προσλάβει κάποιον χωρίς ευυπόληπτη επαγγελματική πορεία.