άγουρος
επίθετο1. Που δεν έχει ολοκληρώσει τη φυσική ωρίμανση· δεν είναι έτοιμο για κατανάλωση ή χρήση (για φρούτα και φυτικά προϊόντα).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ροδάκινο είναι άγουρο και δεν έχει γλυκιά γεύση.
- Ο νεαρός ποδοσφαιριστής είναι ακόμα άγουρος και κάνει συχνά λάθη.
- Η ηθοποιός ήταν άγουρη, αλλά έδειξε υποσχόμενη παρουσία στη σκηνή.
- Η ιδέα του ήταν άγουρη και χρειάζεται επεξεργασία πριν προχωρήσουμε.
- Τα σταφύλια ήταν άγουρα κι έτσι το κρασί βγήκε ξινό.