μαλάκας
ουσιαστικόΛαϊκός και υβριστικός όρος που αποδίδεται σε πρόσωπο για να εκφράσει περιφρόνηση ή αγανάκτηση προς τη συμπεριφορά του, συχνά χρησιμοποιούμενος ως προσβολή ή χλευασμός στην ανεπίσημη ομιλία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην είσαι μαλάκας, θα το λύσουμε μαζί.
- Τι μαλάκας ήμουν που ξέχασα τα εισιτήρια!
- Ο μαλάκας έσπασε το παράθυρο κατά λάθος.
- Ρε μαλάκας, δεν το είδες ότι έρχεται αυτοκίνητο;
- Μεταξύ φίλων λέμε «είσαι μαλάκας» σαν πείραγμα χωρίς κακή πρόθεση.