ανόητος
επίθετο1. Που παρουσιάζει περιορισμένη ικανότητα σκέψης ή νοητικής διαύγειας και ως αποτέλεσμα έχει αδύναμη κρίση.
2. Που ενεργεί ή συμπεριφέρεται χωρίς προσεκτική σκέψη ή ορθολογική εκτίμηση, λαμβάνοντας αποφάσεις χωρίς σύνεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης ήταν ανόητος που δεν άκουσε τις συμβουλές.
- Μην κάνεις ανόητο λάθος πριν τον διαγωνισμό.
- Μην είσαι ανόητη — συζήτησέ το ψύχραιμα.
- Το σχόλιο ήταν ανόητο και προκάλεσε γέλια.
- Οι ανόητοι νόμοι πρέπει να αλλάξουν.
- Κάναμε μια ανόητη επιλογή και το μετανιώσαμε.