τίμιος
επίθετο1. Που ενεργεί ή συμπεριφέρεται με ακεραιότητα, ειλικρίνεια και σεβασμό προς τις ηθικές αρχές, αποφεύγοντας την απάτη και την εκμετάλλευση.
2. Που είναι αξιοπρεπής και αξίζει σεβασμό λόγω της στάσης, των πράξεων ή του χαρακτήρα του.
Συνώνυμα
έντιμος αδιάφθορος άμεμπτος ηθικός αξιοπρεπής ενάρετος ειλικρινής αξιόπιστος συνεπής ευυπόληπτος αξιοσέβαστος σταράτος καθαρός ευσυνείδητος φερέγγυος άξιος ακέραιος γνήσιος αμέμπτος ανεπίληπτος σεμνός σοβαρός αντικειμενικός
Αντώνυμα
ανέντιμος άτιμος ανήθικος διεφθαρμένος απατεώδης ατιμώτατος ψεύτης αλήτης απατεώνας εγκληματίας ανάξιος απατηλός πανούργος πονηρός ύπουλος αισχρός ανειλικρινής διπρόσωπος εξαπατητικός σάπιος σκανδαλώδης δόλιος προδοτικός αναξιόπιστος αναξιοπρεπής ψεύτικος φαύλος ύποπτος αθέμιτος ανυπόληπτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς μας ήταν πάντα τίμιος άνθρωπος.
- Η μητέρα του κρατούσε μια τίμια στάση απέναντι στα προβλήματα.
- Πλήρωσα ένα τίμιο αντίτιμο για την επισκευή.
- Οι τίμιοι συμπολίτες του τον εκτιμούσαν για την ειλικρίνειά του.
- Οι τίμιες προθέσεις της ομάδας έγιναν φανερές στο έργο.
- Τα τίμια αγαθά μοιράστηκαν σε όσους τα χρειάζονταν.