συναίνεση
ουσιαστικό1. Ελεύθερη και συνειδητή έκφραση αποδοχής ή έγκρισης προς μια πρόταση, πράξη ή κατάσταση από ένα άτομο ή ομάδα.
2. Κοινή συμφωνία μεταξύ μελών μιας ομάδας ή μεταξύ συμβαλλόμενων μερών για τη λήψη ή μη λήψη συγκεκριμένων ενεργειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διαφωνία αντίθεση ασυμφωνία άρνηση αντίρρηση έριδα έρις αναγκασμός αναμέτρηση αντίλογος αντιπαράθεση διένεξη διαμαρτυρία διχογνωμία συμπλοκή τσακωμός βία κόντρα καυγάς ένσταση αντίκρουση αντιδικία αντιλογία διαξιφισμός διαπληκτισμός διχασμός εναντίωση εξαναγκασμός καταναγκασμός τριβή αμφισβήτηση διαμάχη σύγκρουση αντίδραση αγών αντίσταση αντιπαλότητα αντιπολίτευση διαδήλωση επιφύλαξη παρανόηση πρόκληση συναγωνισμός σύρραξη διαταγή εντολή διαγωνισμός πάλη απαίτηση παράπονο μονομαχία επιχείρημα απόκρουση ασυνεννοησία διχόνοια μάλωμα πάσο αψιμαχία διαφορά ανταγωνισμός απαγόρευση εχθρότητα μάχη πείσμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειαζόμαστε τη συναίνεση όλων των μελών για να προχωρήσουμε.
- Η συναίνεση του ασθενούς είναι απαραίτητη πριν από οποιαδήποτε ιατρική επέμβαση.
- Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε μετά από ευρεία συναίνεση στο κοινοβούλιο.
- Για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα απαιτείται γραπτή συναίνεση των γονέων.
- Η συναίνεση πρέπει να είναι σαφής και αμοιβαία σε κάθε σεξουαλική επαφή.