διαταγή
ουσιαστικό1. Δήλωση από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή αρχή η οποία επιβάλλει την εκτέλεση συγκεκριμένης πράξης ή τη συμμόρφωση σε κανόνες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης εκτέλεσε την διαταγή χωρίς δεύτερη σκέψη.
- Το δικαστήριο εξέδωσε διαταγή να επιστραφούν τα χρήματα.
- Ο λογιστής έστειλε διαταγή πληρωμής για τον προμηθευτή.
- Στο εγχειρίδιο υπάρχει διαταγή για την ασφαλή χρήση του μηχανήματος.
- Η διαταγή για γενική επιστράτευση ανακοινώθηκε επίσημα.