αντιπολίτευση
ουσιαστικό1. Οργανωμένη πολιτική δύναμη ή σύνολο κομμάτων και πολιτικών που δεν ασκούν την κυβερνητική εξουσία και ασκούν κριτικό έλεγχο, διατύπωση αντιπροτάσεων και δημόσια αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.
Συνώνυμα
αντιπολιτευόμενοι αντίπαλος αντίθεση εναντίωση αντίσταση διαφωνία αντικυβέρνηση αντίδραση αντίρρηση αντίλογος αμφισβήτηση διαμαρτυρία ανταρσία ανταγωνιστής εχθρός
Αντώνυμα
συμπολίτευση κυβέρνηση συνασπισμός συμπαράταξη συμμαχία υποστήριξη υποστηρικτές συναίνεση συνεργασία κόμμα πρωθυπουργός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντιπολίτευση ασκεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση για το νέο νομοσχέδιο.
- Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης ανακοίνωσαν πρόταση μομφής.
- Βρίσκεται στην αντιπολίτευση από τότε που έχασε τις εκλογές.
- Η αντιπολίτευση των κατοίκων απέτρεψε την κατασκευή του εργοστασίου.
- Σε δημόσια συνεδρίαση, η αντιπολίτευση πρότεινε εναλλακτικές λύσεις και έθεσε πολλά ερωτήματα.