συγκρατώ
ρήμα1. Κρατώ υπό έλεγχο την έκφραση συναισθημάτων, της φωνής ή των κινήσεων, ώστε να μην εκδηλωθούν άμεσα.
2. Κρατώ ένα αντικείμενο ή μέρος κατασκευής στη θέση του με το χέρι ή με άλλο μέσο, αποτρέποντας τη μετακίνηση ή την πτώση του.
Συνώνυμα
κρατώ κρατάω κρατιέμαι ελέγχω καταπνίγω πνίγω αναχαιτίζω περιορίζω εγκρατεύομαι διατηρώ στερεώνω απορροφώ παρακρατώ συγκρατούμαι επιφυλάσσομαι κατακρατώ καταστέλλω σφίγγω φρενάρω προσδένω δένω συνδέω αποθηκεύω θυμάμαι φιμώνω αναστέλλω συντηρώ αποσιωπώ ασφαλίζω εξοικονομώ παρασιωπώ σταθεροποιώ φυλακίζω κατέχω επιβραδύνω στερεοποιώ
Αντώνυμα
αφήνω απελευθερώνω ελευθερώνω αποδεσμεύω επιτρέπω ξεσπάω τινάζω εκσφενδονίζω εξωθώ σείω παρασύρω χαλαρώνω αφένομαι αφήνομαι εκδηλώνω εκφράζω αποσπώ δημοσιοποιώ διαβιβάζω διανέμω εναποθέτω λησμονώ μεταβιβάζω μεταδίδω μετακινώ παραθέτω παροτρύνω σκορπίζω ταρακουνώ ωθώ λέω ξεχνώ αλλάζω βγάζω ρίχνω κουνάω μεταφέρω παραδίδω μοιράζομαι ξεφορτώνομαι προδίδω σπαταλάω αποκαλύπτω διαλύω κινώ αποχωρίζω διαδίδω διαλαλώ διαμοιράζω διαπερνώ διαχέω εκβάλλω εκλύω κατασπαταλώ κουνώ προφέρω διαμελίζω διασκορπίζω εκθέτω εκπέμπω εκχωρώ ενθαρρύνω λέγω λιώνω ξεκολλάω παραπέμπω σπάζω σπαταλώ φτύνω πετάω σπρώχνω διώχνω ξοδεύω διασπείρω διεγείρω επιδίδω κεντρίζω κοινοποιώ ξεδιπλώνω εκτοξεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Σε συνωστισμό συγκρατώ τον μικρό αδελφό μου για να μην χαθεί.
- Όταν ακούω στενάχωρα νέα, συνήθως δεν συγκρατώ τα δάκρυά μου.
- Προσπαθώ να συγκρατώ το γέλιο μου σε επίσημες συναντήσεις.
- Μπορώ να συγκρατώ πολλές πληροφορίες στο μυαλό μου για αρκετή ώρα.
- Πρέπει να συγκρατώ τον σκύλο με το λουρί όταν περνούν αυτοκίνητα.