απομόνωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία πρόσωπο, αντικείμενο ή σύστημα βρίσκεται απομακρυσμένο ή χωρισμένο από άλλα, με περιορισμό της επαφής, της επικοινωνίας ή της αλληλεπίδρασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ένταξη συμπερίληψη ενσωμάτωση κοινωνικοποίηση επικοινωνία επαφή σύνδεση κοινωνικότητα αλληλεπίδραση εταιρεία κοινωνία λέσχη εταιρία συντροφιά αδελφότητα συνεδρίαση διασύνδεση πιάτσα σύσκεψη συνοδεία διάδοση παρέα παρεούλα πλέγμα στέκι συμπόσιο συνέδριο συνέλευση συνδιάσκεψη συντροφικότητα σύναξη αναστροφή αφομοίωση επανένταξη συμπόρευση συμβίωση συμμετοχή συναναστροφή συνύπαρξη ένωση ανοιχτότητα σχέση πάρτι συνάντηση έκθεση κύκλος θέαμα συμμαχία σύγκριση μετάδοση πάτι κανάλι συνομιλία συνδυασμός πανηγύρι σύνδεσμος κύκλωμα ακολουθία δίκτυο κλαμπ κοινότητα κόμβος ομοσπονδία παράταξη παρεάκι στήριξη συλλογικότητα συμπαράσταση συνέργεια συνασπισμός συνωστισμός σύνοδος αλληλεγγύη ανάμειξη ανοικτότητα ενοποίηση οικειότητα ομαδικότητα σύμπραξη τριβή φάσμα συνδεσιμότητα συνεστίαση συνέντευξη συνεργασία εμπόριο φεστιβάλ κλίμα συζήτηση αγέλη ενότητα παραβολή σταυροδρόμι κρίκος μίγμα σύμπλεγμα φόρουμ

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απομόνωση των ασθενών βοήθησε να περιοριστεί η επιδημία.
  • Μετά τη συνταξιοδότησή του έμεινε σε απομόνωση και ένιωθε μοναξιά.
  • Η απομόνωση του ιού στο εργαστήριο απαιτεί προσεκτική τήρηση των πρωτοκόλλων.
  • Η απομόνωση των καλωδίων προστατεύει από ηλεκτρικά ατυχήματα.
  • Η απομόνωση του δωματίου από τον θόρυβο βελτίωσε την ακουστική.
  • Η απομόνωση των διεργασιών στο λειτουργικό σύστημα αποτρέπει την εξάπλωση σφαλμάτων.