αλληλεγγύη
ουσιαστικόΚοινωνική ή ηθική στάση και πρακτική αμοιβαίας υποστήριξης και συμπαράστασης ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες, που εκδηλώνεται με πράξεις βοήθειας, συνεργασίας και κοινής ανάληψης ευθυνών, ιδίως σε περιόδους ανάγκης ή καταπίεσης.
Συνώνυμα
αλληλοβοήθεια αλληλοστήριξη συμπαράσταση υποστήριξη συνδρομή συναδελφικότητα ομοψυχία ενότητα φιλία αδελφότητα συλλογικότητα συντροφικότητα φιλανθρωπία ομαδικότητα συμπόρευση ενσυναίσθηση συμπαράταξη ανθρωπιά ελεημοσύνη ομοφωνία ομόνοια συνέργεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι κάτοικοι έδειξαν αλληλεγγύη στους πυρόπληκτους.
- Η αλληλεγγύη μεταξύ των συναδέλφων έκανε πιο ανεκτή τη δύσκολη περίοδο.
- Η διεθνής αλληλεγγύη οδήγησε στην αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας.
- Μικρές πράξεις αλληλεγγύης έχουν μεγάλο αντίκτυπο.
- Συμμετείχα στην πορεία για να δείξω αλληλεγγύη στους εργαζόμενους.