τιμωρία
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή μέτρο που επιβάλλεται σε άτομο ή ομάδα ως αντίδραση σε παράπτωμα ή παράβαση, με σκοπό την αποτροπή της επανάληψης, την αποκατάσταση της τάξης ή την εφαρμογή του κανόνα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τιμωρία του δράστη ήταν φυλάκιση.
- Στον μαθητή επιβλήθηκε τιμωρία για την απροσεξία του.
- Σκέφτηκε ότι η συνείδησή του ήταν η πιο αυστηρή τιμωρία.
- Πολλοί πιστεύουν ότι η φύση θα επιφέρει τιμωρία σε όσους μολύνουν το περιβάλλον.
- Παρά την παραδοχή του λάθους, απέφυγε την τιμωρία λόγω ελαφρυντικών.