συνεστίαση
ουσιαστικόΓεύμα ή συγκέντρωση πολλών ατόμων που παρατίθεται για κοινωνικό ή εορταστικό σκοπό, συνήθως με κοινή συμμετοχή και συζήτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεστίαση του συλλόγου θα γίνει την Κυριακή το βράδυ.
- Μετά την τελετή οργανώθηκε μια μικρή συνεστίαση για τους καλεσμένους.
- Στη χθεσινή συνεστίαση παρευρέθηκαν μέλη και φίλοι της εταιρείας.
- Η ετήσια συνεστίαση του σχολείου συγκέντρωσε πολλούς γονείς και μαθητές.
- Η συνεστίαση ήταν απλή, με φαγητό, μουσική και κουβέντα.
- Στο τέλος της εκδήλωσης ακολούθησε φιλική συνεστίαση.