ιδιωτικότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία οι προσωπικές πληροφορίες, οι δραστηριότητες ή ο χώρος ενός ατόμου δεν είναι προσβάσιμες, παρατηρήσιμες ή διαχειρίσιμες από τρίτους χωρίς τη συναίνεσή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ιδιωτικότητα του σπιτιού πρέπει να γίνεται σεβαστή.
  • Τα νέα μέτρα προστατεύουν την ιδιωτικότητα των χρηστών στο διαδίκτυο.
  • Στον χώρο εργασίας, η ιδιωτικότητα των προσωπικών αρχείων είναι απαραίτητη.
  • Ο νόμος διασφαλίζει την ιδιωτικότητα των πολιτών από παράνομη παρακολούθηση.
  • Η υπερβολική έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κινδυνεύει να καταστρέψει την ιδιωτικότητα της οικογένειας.